Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συλλαβοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συλλαβοποιώ Βικιλεξικό
  2. φωνητικήη κατάτμηση της εκφοράς μιας λέξης σε φωνητικές συλλαβές, μονάδες μεγαλύτερες από το φθόγγο και μικρότερες από τη λέξη Βικιλεξικό
  3. γραμματικήο μορφολογικός ή τυπογραφικός συλλαβισμός μιας λέξης σύμφωνα με τους κανόνες γραμματικής κάθε γλώσσας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συλλαβοποίηση < συλλαβοποιώ, συλλαβοποιη- + -ση (-ποίηση) (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική syllabification / syllabication)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυλλαβοποίησησυλλαβοποιήσεις
Γενικήσυλλαβοποίησηςσυλλαβοποιήσεων
Αιτιατικήσυλλαβοποίησησυλλαβοποιήσεις
Κλητικήσυλλαβοποίησησυλλαβοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →