συλλαβοποίηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συλλαβοποιώ Βικιλεξικό
- φωνητικήη κατάτμηση της εκφοράς μιας λέξης σε φωνητικές συλλαβές, μονάδες μεγαλύτερες από το φθόγγο και μικρότερες από τη λέξη Βικιλεξικό
- γραμματικήο μορφολογικός ή τυπογραφικός συλλαβισμός μιας λέξης σύμφωνα με τους κανόνες γραμματικής κάθε γλώσσας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συλλαβοποίηση < συλλαβοποιώ, συλλαβοποιη- + -ση (-ποίηση) (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική syllabification / syllabication)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συλλαβοποίηση | συλλαβοποιήσεις |
| Γενική | συλλαβοποίησης | συλλαβοποιήσεων |
| Αιτιατική | συλλαβοποίηση | συλλαβοποιήσεις |
| Κλητική | συλλαβοποίηση | συλλαβοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →