συλλαλητήριο
•
- πολιτικήδημόσια συγκέντρωση πολιτών για διαμαρτυρία, προβολή αιτημάτων κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συλλαλητήριο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συλλαλητήρι(ον) (μαρτυρείται από το 1871) + -ο < ελληνιστική κοινή συλλαλέω / συλλαλῶ, συλλαλη- + -τήριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συλλαλητήριο | συλλαλητήρια |
| Γενική | συλλαλητήριου / συλλαλητηρίου | συλλαλητηρίων |
| Αιτιατική | συλλαλητήριο | συλλαλητήρια |
| Κλητική | συλλαλητήριο | συλλαλητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →