Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συλλαλητήριο

/si.la.liˈti.ɾi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πολιτικήδημόσια συγκέντρωση πολιτών για διαμαρτυρία, προβολή αιτημάτων κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συλλαλητήριο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συλλαλητήρι(ον) (μαρτυρείται από το 1871) + -ο < ελληνιστική κοινή συλλαλέω / συλλαλῶ, συλλαλη- + -τήριο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυλλαλητήριοσυλλαλητήρια
Γενικήσυλλαλητήριου / συλλαλητηρίουσυλλαλητηρίων
Αιτιατικήσυλλαλητήριοσυλλαλητήρια
Κλητικήσυλλαλητήριοσυλλαλητήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →