συμβαίνει
•
- γίνεται (για ένα γεγονός, πράξη, συμβάν, περιστατικό) απροσδόκητο ή συμπτωματικό Βικιλεξικό
- Δηλαδή πες τα μου απ' την αρχή, πώς ακριβώς συνέβη;
- Τι συμβαίνει εδώ; (τι δεν πάει καλά, τι πάει στραβά ή πάντως με τον υπαινιγμό ότι κάτι δε γίνεται όπως θα έπρεπε)
- Πιστεύουμε ότι αυτά συμβαίνουν πάντα στους άλλους, όμως...
- Μην ανοίγεις την τηλεόραση να πιείς τη μπυρίτσα σου βλέποντας το ματς λες και δεν συνέβη τίποτα
- συχνά για δυσάρεστα γεγονότα που ο άνθρωπος αποδίδει στην "κακιά στιγμή", στη μοίρα, στον Θεό, για τα οποία δε θέλει ή δεν μπορεί ή δε συνηθίζει να καταλογίζει ευθύνη στο άτομο Βικιλεξικό
- Το δυστύχημα συνέβη στο διάζωμα...
- -Μα πώς το έκανες αυτό βρ' αδερφέ; Με την κουνιάδα σου; Χάθηκαν οι γυναίκες; -Τι να σου πω... Συνέβη
- ουδέτερη χρήση για ενημέρωση Βικιλεξικό
- Τι συμβαίνει στα πέριξ; (τι νέα, τι χαμπάρια, για ενημερώστε με τι τρέχει)
- απρόσωπο: συνέπεσε, έτυχε Βικιλεξικό
- Συνέβη να είμαι εκτάκτως στη δουλειά την Κυριακή όταν πέρασε από το σπίτι κι έτσι δεν τα είπαμε
Ετυμολογία
συμβαίνει < αρχαία ελληνική συμβαίνει
Άλλοι τύποι
συμβείσυνέβαινεσυνέβη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →