Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμβαίνει

ρήμα
•
  1. γίνεται (για ένα γεγονός, πράξη, συμβάν, περιστατικό) απροσδόκητο ή συμπτωματικό Βικιλεξικό
    • Δηλαδή πες τα μου απ' την αρχή, πώς ακριβώς συνέβη;
    • Τι συμβαίνει εδώ; (τι δεν πάει καλά, τι πάει στραβά ή πάντως με τον υπαινιγμό ότι κάτι δε γίνεται όπως θα έπρεπε)
    • Πιστεύουμε ότι αυτά συμβαίνουν πάντα στους άλλους, όμως...
    • Μην ανοίγεις την τηλεόραση να πιείς τη μπυρίτσα σου βλέποντας το ματς λες και δεν συνέβη τίποτα
  2. συχνά για δυσάρεστα γεγονότα που ο άνθρωπος αποδίδει στην "κακιά στιγμή", στη μοίρα, στον Θεό, για τα οποία δε θέλει ή δεν μπορεί ή δε συνηθίζει να καταλογίζει ευθύνη στο άτομο Βικιλεξικό
    • Το δυστύχημα συνέβη στο διάζωμα...
    • -Μα πώς το έκανες αυτό βρ' αδερφέ; Με την κουνιάδα σου; Χάθηκαν οι γυναίκες; -Τι να σου πω... Συνέβη
  3. ουδέτερη χρήση για ενημέρωση Βικιλεξικό
    • Τι συμβαίνει στα πέριξ; (τι νέα, τι χαμπάρια, για ενημερώστε με τι τρέχει)
  4. απρόσωπο: συνέπεσε, έτυχε Βικιλεξικό
    • Συνέβη να είμαι εκτάκτως στη δουλειά την Κυριακή όταν πέρασε από το σπίτι κι έτσι δεν τα είπαμε

Ετυμολογία

συμβαίνει < αρχαία ελληνική συμβαίνει

Άλλοι τύποι

συμβείσυνέβαινεσυνέβη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →