συμβαδίζω
•
- λόγιοπερπατώ μαζί με κάποιον (συμπορεύομαι) Βικιλεξικό
- μεταφορικάακολουθώ κάποιον με τον ίδιο ρυθμό, ώστε να εξελίσσομαι ταυτόχρονα με αυτόν Βικιλεξικό
- δυσκολεύεται να συμβαδίσει με τους υπόλοιπους μαθητές του τμήματος
- γενικότεραταιριάζω, συνάδω, συμφωνώ Βικιλεξικό
- ο τόνος της φωνής της συμβαδίζει με την προσωπικότητά της
Ετυμολογία
συμβαδίζω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμβαδίζω | συμβαδίζεις | συμβαδίζει | συμβαδίζουμε | συμβαδίζετε | συμβαδίζουν / συμβαδίζουνε |
| Παρατατικός | συμβάδιζα | συμβάδιζες | συμβάδιζε | συμβαδίζαμε | συμβαδίζατε | συμβάδιζαν / συμβαδίζαν / συμβαδίζανε |
| Αόριστος | συμβάδισα | συμβάδισες | συμβάδισε | συμβαδίσαμε | συμβαδίσατε | συμβάδισαν / συμβαδίσαν / συμβαδίσανε |
| Μέλλοντας | θα συμβαδίζω / θα συμβαδίσω | θα συμβαδίζεις / θα συμβαδίσεις | θα συμβαδίζει / θα συμβαδίσει | θα συμβαδίζουμε / θα συμβαδίσουμε | θα συμβαδίζετε / θα συμβαδίσετε | θα συμβαδίζουν / θα συμβαδίζουνε / θα συμβαδίσουν / θα συμβαδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συμβαδίσει | έχεις συμβαδίσει | έχει συμβαδίσει | έχουμε συμβαδίσει | έχετε συμβαδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμβαδίσει | είχες συμβαδίσει | είχε συμβαδίσει | είχαμε συμβαδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμβαδίσει / να συμβαδίζω / να συμβαδίσω | να έχεις συμβαδίσει / να συμβαδίζεις / να συμβαδίσεις | να έχει συμβαδίσει / να συμβαδίζει / να συμβαδίσει | να έχουμε συμβαδίσει / να συμβαδίζουμε / να συμβαδίσουμε | να έχετε συμβαδίσει / να συμβαδίζετε / να συμβαδίσετε | να συμβαδίζουν / να συμβαδίζουνε / να συμβαδίσουν / να συμβαδίσουνε |
| Προστακτική | — | συμβάδιζε / συμβάδισε | — | — | συμβαδίζετε / συμβαδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →