συμβατικός
•
- συμπεφωνημένος Βικιλεξικό
- είναι απαραίτητη η εκτέλεση των συμβατικών (δηλαδή εκείνων που έχουν συμπεφωνηθεί σε μιά γραπτή σύμβαση) δεσμεύσεων
- συνήθης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμβατικός < συμβατός < συν + βαίνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμβατικός | συμβατική | συμβατικό |
| Γενική | συμβατικού | συμβατικής | συμβατικού |
| Αιτιατική | συμβατικό | συμβατική | συμβατικό |
| Κλητική | συμβατικέ | συμβατική | συμβατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμβατικοί | συμβατικές | συμβατικά |
| Γενική | συμβατικών | συμβατικών | συμβατικών |
| Αιτιατική | συμβατικούς | συμβατικές | συμβατικά |
| Κλητική | συμβατικοί | συμβατικές | συμβατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →