Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμβατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. συμπεφωνημένος Βικιλεξικό
    • είναι απαραίτητη η εκτέλεση των συμβατικών (δηλαδή εκείνων που έχουν συμπεφωνηθεί σε μιά γραπτή σύμβαση) δεσμεύσεων
  2. συνήθης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμβατικός < συμβατός < συν + βαίνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμβατικόςσυμβατικήσυμβατικό
Γενικήσυμβατικούσυμβατικήςσυμβατικού
Αιτιατικήσυμβατικόσυμβατικήσυμβατικό
Κλητικήσυμβατικέσυμβατικήσυμβατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμβατικοίσυμβατικέςσυμβατικά
Γενικήσυμβατικώνσυμβατικώνσυμβατικών
Αιτιατικήσυμβατικούςσυμβατικέςσυμβατικά
Κλητικήσυμβατικοίσυμβατικέςσυμβατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →