συμβιβαστικότητα
•
- το να είναι κάποιος συμβιβαστικός, η ιδιότητα του συμβιβαστικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμβιβαστικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συμβιβαστικ(ότης) + -ότητα < συμβιβαστικ(ός) + -ότητα < → και δείτε τη λέξη συμβιβάζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμβιβαστικότητα | συμβιβαστικότητες |
| Γενική | συμβιβαστικότητας | συμβιβαστικοτήτων |
| Αιτιατική | συμβιβαστικότητα | συμβιβαστικότητες |
| Κλητική | συμβιβαστικότητα | συμβιβαστικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →