Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμβιβαστικότητα

/siɱ.vi.va.stiˈko.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος συμβιβαστικός, η ιδιότητα του συμβιβαστικού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμβιβαστικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συμβιβαστικ(ότης) + -ότητα < συμβιβαστικ(ός) + -ότητα < → και δείτε τη λέξη συμβιβάζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμβιβαστικότητασυμβιβαστικότητες
Γενικήσυμβιβαστικότηταςσυμβιβαστικοτήτων
Αιτιατικήσυμβιβαστικότητασυμβιβαστικότητες
Κλητικήσυμβιβαστικότητασυμβιβαστικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →