Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμβολαιογραφικά

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νομικός όροςτα έξοδα που βαρύνουν τους συμβαλλόμενους κατά τη σύναψη ενός συμβολαίου για την αμοιβή του συμβολαιογράφου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμβολαιογραφικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου συμβολαιογραφικός (συμβολαιογραφικά έξοδα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμβολαιογραφικάσυμβολαιογραφικά
Γενική—συμβολαιογραφικών
Αιτιατική—συμβολαιογραφικά
Κλητική—συμβολαιογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

συμβολαιογραφικά

επίρρημα
•
  1. από συμβολαιογραφική άποψη, κατά τρόπο που σχετίζεται με τη σύνταξη ενός συμβολαίου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμβολαιογραφικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου συμβολαιογραφικός (συμβολαιογραφικά έξοδα)

Άλλοι τύποι

συμβολαιογραφικάσυμβολαιογραφικών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →