συμβολαιογραφώ
•
- είμαι συμβολαιογράφος, εργάζομαι ως συμβολαιογράφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμβολαιογραφώ < συμβολαιογράφος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμβολαιογραφώ | συμβολαιογραφείς | συμβολαιογραφεί | συμβολαιογραφούμε | συμβολαιογραφείτε | συμβολαιογραφούν / συμβολαιογραφούνε |
| Παρατατικός | συμβολαιογραφούσα | συμβολαιογραφούσες | συμβολαιογραφούσε | συμβολαιογραφούσαμε | συμβολαιογραφούσατε | συμβολαιογραφούσαν / συμβολαιογραφούσανε |
| Αόριστος | συμβολαιογράφησα | συμβολαιογράφησες | συμβολαιογράφησε | συμβολαιογραφήσαμε | συμβολαιογραφήσατε | συμβολαιογράφησαν / συμβολαιογραφήσαν / συμβολαιογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα συμβολαιογραφήσω / θα συμβολαιογραφώ | θα συμβολαιογραφήσεις / θα συμβολαιογραφείς | θα συμβολαιογραφήσει / θα συμβολαιογραφεί | θα συμβολαιογραφήσουμε / θα συμβολαιογραφούμε | θα συμβολαιογραφήσετε / θα συμβολαιογραφείτε | θα συμβολαιογραφήσουν / θα συμβολαιογραφήσουνε / θα συμβολαιογραφούν / θα συμβολαιογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω συμβολαιογραφήσει | έχεις συμβολαιογραφήσει | έχει συμβολαιογραφήσει | έχουμε συμβολαιογραφήσει | έχετε συμβολαιογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμβολαιογραφήσει | είχες συμβολαιογραφήσει | είχε συμβολαιογραφήσει | είχαμε συμβολαιογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμβολαιογραφήσει / να συμβολαιογραφήσω / να συμβολαιογραφώ | να έχεις συμβολαιογραφήσει / να συμβολαιογραφήσεις / να συμβολαιογραφείς | να έχει συμβολαιογραφήσει / να συμβολαιογραφήσει / να συμβολαιογραφεί | να έχουμε συμβολαιογραφήσει / να συμβολαιογραφήσουμε / να συμβολαιογραφούμε | να έχετε συμβολαιογραφήσει / να συμβολαιογραφήσετε / να συμβολαιογραφείτε | να συμβολαιογραφήσουν / να συμβολαιογραφήσουνε / να συμβολαιογραφούν / να συμβολαιογραφούνε |
| Προστακτική | — | συμβολαιογράφει / συμβολαιογράφησε | — | — | συμβολαιογραφήστε / συμβολαιογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →