συμβολικώς
•
- παρωχημένοσυμβολικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμβολικώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμβολικῶς. Συγχρονικά αναλύεται σε συμβολικ(ός) + -ώς.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
συμβολικώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμβολικῶς. Συγχρονικά αναλύεται σε συμβολικ(ός) + -ώς.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →