συμβολιστής
•
- τέχνηκαλλιτέχνης (ζωγράφος, λογοτέχνης κ.λπ.) που ακολουθεί τον συμβολισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμβολιστής < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική symboliste < αρχαία ελληνική σύμβολον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμβολιστής | συμβολιστές |
| Γενική | συμβολιστή | συμβολιστών |
| Αιτιατική | συμβολιστή | συμβολιστές |
| Κλητική | συμβολιστή | συμβολιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →