συμμαζεμένος
•
- που έχει συμμαζευτεί Βικιλεξικό
- σεμνός ή σεμνοπρεπής (σε συμπεριφορά κι εμφάνιση) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμμαζεμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου συμμαζεύω
Άλλοι τύποι
συμμαζεμένασυμμαζεμένεσυμμαζεμένεςσυμμαζεμένησυμμαζεμένηςσυμμαζεμένοσυμμαζεμένοισυμμαζεμένοςσυμμαζεμένουσυμμαζεμένουςσυμμαζεμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →