Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμμαζεμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει συμμαζευτεί Βικιλεξικό
  2. σεμνός ή σεμνοπρεπής (σε συμπεριφορά κι εμφάνιση) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμμαζεμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου συμμαζεύω

Άλλοι τύποι

συμμαζεμένασυμμαζεμένεσυμμαζεμένεςσυμμαζεμένησυμμαζεμένηςσυμμαζεμένοσυμμαζεμένοισυμμαζεμένοςσυμμαζεμένουσυμμαζεμένουςσυμμαζεμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →