συμμαζεύομαι
•
- περιορίζω τις υπερβολές ή τις εξαλλοσύνες Βικιλεξικό
- φροντίζω την εμφάνισή μου (ντύσιμο, χτένισμα κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμμαζεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος συμμαζεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμμαζεύομαι | συμμαζεύεσαι | συμμαζεύεται | συμμαζευόμαστε | συμμαζεύεστε | συμμαζεύονται |
| Παρατατικός | συμμαζευόμουν / συμμαζευόμουνα | συμμαζευόσουν / συμμαζευόσουνα | συμμαζευόταν / συμμαζευότανε | συμμαζευόμασταν / συμμαζευόμαστε | συμμαζευόσασταν / συμμαζευόσαστε | συμμαζευόντουσαν / συμμαζεύονταν |
| Αόριστος | συμμαζεύτηκα | συμμαζεύτηκες | συμμαζεύτηκε | συμμαζευτήκαμε | συμμαζευτήκατε | συμμαζευτήκαν / συμμαζευτήκανε / συμμαζεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα συμμαζευτώ / θα συμμαζεύομαι | θα συμμαζευτείς / θα συμμαζεύεσαι | θα συμμαζευτεί / θα συμμαζεύεται | θα συμμαζευτούμε / θα συμμαζευόμαστε | θα συμμαζευτείτε / θα συμμαζεύεστε | θα συμμαζευτούν / θα συμμαζευτούνε / θα συμμαζεύονται |
| Παρακείμενος | έχω συμμαζευτεί | έχεις συμμαζευτεί | έχει συμμαζευτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμμαζευτεί | είχες συμμαζευτεί | είχε συμμαζευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμμαζευτεί / να συμμαζευτώ / να συμμαζεύομαι | να έχεις συμμαζευτεί / να συμμαζευτείς / να συμμαζεύεσαι | να έχει συμμαζευτεί / να συμμαζευτεί / να συμμαζεύεται | να συμμαζευτούμε / να συμμαζευόμαστε | να συμμαζευτείτε / να συμμαζεύεστε | να συμμαζευτούν / να συμμαζευτούνε / να συμμαζεύονται |
| Προστακτική | — | συμμαζέψου / συμμαζεύου | — | — | συμμαζευτείτε / συμμαζεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →