Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμμαζεύομαι

ρήμα
•
  1. περιορίζω τις υπερβολές ή τις εξαλλοσύνες Βικιλεξικό
  2. φροντίζω την εμφάνισή μου (ντύσιμο, χτένισμα κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμμαζεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος συμμαζεύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυμμαζεύομαισυμμαζεύεσαισυμμαζεύεταισυμμαζευόμαστεσυμμαζεύεστεσυμμαζεύονται
Παρατατικόςσυμμαζευόμουν / συμμαζευόμουνασυμμαζευόσουν / συμμαζευόσουνασυμμαζευόταν / συμμαζευότανεσυμμαζευόμασταν / συμμαζευόμαστεσυμμαζευόσασταν / συμμαζευόσαστεσυμμαζευόντουσαν / συμμαζεύονταν
Αόριστοςσυμμαζεύτηκασυμμαζεύτηκεςσυμμαζεύτηκεσυμμαζευτήκαμεσυμμαζευτήκατεσυμμαζευτήκαν / συμμαζευτήκανε / συμμαζεύτηκαν
Μέλλονταςθα συμμαζευτώ / θα συμμαζεύομαιθα συμμαζευτείς / θα συμμαζεύεσαιθα συμμαζευτεί / θα συμμαζεύεταιθα συμμαζευτούμε / θα συμμαζευόμαστεθα συμμαζευτείτε / θα συμμαζεύεστεθα συμμαζευτούν / θα συμμαζευτούνε / θα συμμαζεύονται
Παρακείμενοςέχω συμμαζευτείέχεις συμμαζευτείέχει συμμαζευτεί———
Υπερσυντέλικοςείχα συμμαζευτείείχες συμμαζευτείείχε συμμαζευτεί———
Υποτακτικήνα έχω συμμαζευτεί / να συμμαζευτώ / να συμμαζεύομαινα έχεις συμμαζευτεί / να συμμαζευτείς / να συμμαζεύεσαινα έχει συμμαζευτεί / να συμμαζευτεί / να συμμαζεύεταινα συμμαζευτούμε / να συμμαζευόμαστενα συμμαζευτείτε / να συμμαζεύεστενα συμμαζευτούν / να συμμαζευτούνε / να συμμαζεύονται
Προστακτική—συμμαζέψου / συμμαζεύου——συμμαζευτείτε / συμμαζεύεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →