συμμαζεύω
•
- κυριολεκτικάσυγκεντρώνω σε ένα σημείο σκόρπια πράγματα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητακτοποιώ ένα χώρο, ξεκαθαρίζοντας και βάζοντας σε τάξη τα πράγματα που βρίσκονται μέσα σε αυτόν Βικιλεξικό
- μειώνω την έκταση ή τις διαστάσεις ενός πράγματος Βικιλεξικό
- «υιοθετώ» και προστατεύω ένα απροστάτευτο πλάσμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυγκρατώ, βάζω περιορισμούς σε κάποιον και περιορίζω τη συμπεριφορά του κυρίως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμμαζεύω < συν- + μαζεύω
Άλλοι τύποι
συμμάζευασυμμάζεψασυμμαζέψωσυμμαζεμένοςσυμμαζεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →