Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμμαθητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου έχει σχέση με συμμαθητή ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμμαθητικός < συμμαθητής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμμαθητικόςσυμμαθητικήσυμμαθητικό
Γενικήσυμμαθητικούσυμμαθητικήςσυμμαθητικού
Αιτιατικήσυμμαθητικόσυμμαθητικήσυμμαθητικό
Κλητικήσυμμαθητικέσυμμαθητικήσυμμαθητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμμαθητικοίσυμμαθητικέςσυμμαθητικά
Γενικήσυμμαθητικώνσυμμαθητικώνσυμμαθητικών
Αιτιατικήσυμμαθητικούςσυμμαθητικέςσυμμαθητικά
Κλητικήσυμμαθητικοίσυμμαθητικέςσυμμαθητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →