συμμαχία
•
- στρατιωτικός όροςσυμφωνία κρατών ή συνασπισμών που προβλέπει τη μεταξύ τους συνεργασία και την από κοινού αντιμετώπιση εχθρικής απειλής Βικιλεξικό
- O Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με τήρηση οπωσδήποτε των ορισμών του άρθρου 35 παράγραφος 1, εκπροσωπεί διεθνώς το Kράτος, κηρύσσει πόλεμο, συνομολογεί συνθήκες ειρήνης, συμμαχίας, οικονομικής συνεργασίας και συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις και τις ανακοινώνει στη Bουλή, με τις αναγκαίες διασαφήσεις, όταν το συμφέρον και η ασφάλεια του Kράτους το επιτρέπουν. (Σύνταγμα της Ελλάδας, Βουλή των Ελλήνων, ΦΕΚ Α΄ 211/24-12-2019, άρθρο 36.1)
- συμφωνία ομάδων ή ατόμων που προβλέπει τη μεταξύ τους συνεργασία και την από κοινού αντιμετώπιση κάποιου αντιπάλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμμαχία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμμαχία < σύμμαχος < (σύν) συμ- + μάχομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *maHgʰ- (μάχομαι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμμαχία | συμμαχίες |
| Γενική | συμμαχίας | συμμαχιών |
| Αιτιατική | συμμαχία | συμμαχίες |
| Κλητική | συμμαχία | συμμαχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →