Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμμαχικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συμμάχους, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς ή αποτελείται από συμμάχους Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με συμμαχία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  3. που διεξάγεται από συμμάχους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμμαχικός < αρχαία ελληνική συμμαχικός < σύμμαχο < σύν + μάχη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμμαχικόςσυμμαχικήσυμμαχικό
Γενικήσυμμαχικούσυμμαχικήςσυμμαχικού
Αιτιατικήσυμμαχικόσυμμαχικήσυμμαχικό
Κλητικήσυμμαχικέσυμμαχικήσυμμαχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμμαχικοίσυμμαχικέςσυμμαχικά
Γενικήσυμμαχικώνσυμμαχικώνσυμμαχικών
Αιτιατικήσυμμαχικούςσυμμαχικέςσυμμαχικά
Κλητικήσυμμαχικοίσυμμαχικέςσυμμαχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →