συμμαχώ
•
- συνάπτω συμμαχία, γίνομαι σύμμαχος με κάποιον Βικιλεξικό
- μεταφορικάενεργώ από κοινού Βικιλεξικό
- όλα τα στοιχεία της φύσης συμμάχησαν εναντίον των ταξιδιωτών
Ετυμολογία
συμμαχώ < αρχαία ελληνική συμμαχέω < παρασύνθετο από το σύμμαχος + jω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμμαχώ | συμμάχει / συμμαχείς | συμμαχεί | συμμαχούμε | συμμαχείτε | συμμαχούν |
| Παρατατικός | συμμαχούσα | συμμαχούσες | συμμαχούσε | συμμαχούσαμε | συμμαχούσατε | συμμαχούσαν |
| Αόριστος | συμμάχησα / συμμαχήσω | συμμάχησε / συμμάχησες / συμμαχήσεις | συμμάχησε / συμμαχήσει | συμμαχήσαμε / συμμαχήσουμε | συμμαχήσατε / συμμαχήσετε / συμμαχήστε | συμμάχησαν / συμμαχήσουν |
| Μέλλοντας | θα συμμαχήσω / θα συμμαχώ | θα συμμαχήσεις / θα συμμαχείς | θα συμμαχήσει / θα συμμαχεί | θα συμμαχήσουμε / θα συμμαχούμε | θα συμμαχήσετε / θα συμμαχείτε | θα συμμαχήσουν / θα συμμαχούν |
| Παρακείμενος | έχω συμμαχήσει | έχεις συμμαχήσει | έχει συμμαχήσει | έχουμε συμμαχήσει | έχετε συμμαχήσει | έχουν συμμαχήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμμαχήσει | είχες συμμαχήσει | είχε συμμαχήσει | είχαμε συμμαχήσει | είχατε συμμαχήσει | είχαν συμμαχήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →