Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμμερίζομαι

/si.meˈɾi.zo.me/ρήμα
•
  1. συμμετέχω, δέχομαι κάτι μαζί με κάποιους άλλους Βικιλεξικό
  2. συμφωνώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμμερίζομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμμερίζομαι (παίρνω μερίδιο, παθητική φωνή του ρήματος συμμερίζω < συμ- + μερίζω < μέρος), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική partager

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυμμερίζομαισυμμερίζεσαισυμμερίζεταισυμμεριζόμαστεσυμμερίζεστεσυμμερίζονται
Παρατατικόςσυμμεριζόμουν / συμμεριζόμουνασυμμεριζόσουν / συμμεριζόσουνασυμμεριζόταν / συμμεριζότανεσυμμεριζόμασταν / συμμεριζόμαστεσυμμεριζόσασταν / συμμεριζόσαστεσυμμερίζονταν / συμμεριζόντουσαν
Αόριστοςσυμμερίστηκασυμμερίστηκεςσυμμερίστηκεσυμμεριστήκαμεσυμμεριστήκατεσυμμερίστηκαν / συμμεριστήκαν / συμμεριστήκανε
Μέλλονταςθα συμμερίζομαι / θα συμμεριστώθα συμμερίζεσαι / θα συμμεριστείςθα συμμερίζεται / θα συμμεριστείθα συμμεριζόμαστε / θα συμμεριστούμεθα συμμερίζεστε / θα συμμεριστείτεθα συμμερίζονται / θα συμμεριστούν / θα συμμεριστούνε
Παρακείμενοςέχω συμμεριστείέχεις συμμεριστείέχει συμμεριστείέχουμε συμμεριστεί——
Υπερσυντέλικοςείχα συμμεριστείείχες συμμεριστείείχε συμμεριστεί———
Υποτακτικήνα έχω συμμεριστεί / να συμμερίζομαι / να συμμεριστώνα έχεις συμμεριστεί / να συμμερίζεσαι / να συμμεριστείςνα έχει συμμεριστεί / να συμμερίζεται / να συμμεριστείνα έχουμε συμμεριστεί / να συμμεριζόμαστε / να συμμεριστούμενα συμμερίζεστε / να συμμεριστείτενα συμμερίζονται / να συμμεριστούν / να συμμεριστούνε
Προστακτική—συμμερίσου——συμμερίζεστε / συμμεριστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →