συμμερίζομαι
•
- συμμετέχω, δέχομαι κάτι μαζί με κάποιους άλλους Βικιλεξικό
- συμφωνώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμμερίζομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμμερίζομαι (παίρνω μερίδιο, παθητική φωνή του ρήματος συμμερίζω < συμ- + μερίζω < μέρος), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική partager
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμμερίζομαι | συμμερίζεσαι | συμμερίζεται | συμμεριζόμαστε | συμμερίζεστε | συμμερίζονται |
| Παρατατικός | συμμεριζόμουν / συμμεριζόμουνα | συμμεριζόσουν / συμμεριζόσουνα | συμμεριζόταν / συμμεριζότανε | συμμεριζόμασταν / συμμεριζόμαστε | συμμεριζόσασταν / συμμεριζόσαστε | συμμερίζονταν / συμμεριζόντουσαν |
| Αόριστος | συμμερίστηκα | συμμερίστηκες | συμμερίστηκε | συμμεριστήκαμε | συμμεριστήκατε | συμμερίστηκαν / συμμεριστήκαν / συμμεριστήκανε |
| Μέλλοντας | θα συμμερίζομαι / θα συμμεριστώ | θα συμμερίζεσαι / θα συμμεριστείς | θα συμμερίζεται / θα συμμεριστεί | θα συμμεριζόμαστε / θα συμμεριστούμε | θα συμμερίζεστε / θα συμμεριστείτε | θα συμμερίζονται / θα συμμεριστούν / θα συμμεριστούνε |
| Παρακείμενος | έχω συμμεριστεί | έχεις συμμεριστεί | έχει συμμεριστεί | έχουμε συμμεριστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμμεριστεί | είχες συμμεριστεί | είχε συμμεριστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμμεριστεί / να συμμερίζομαι / να συμμεριστώ | να έχεις συμμεριστεί / να συμμερίζεσαι / να συμμεριστείς | να έχει συμμεριστεί / να συμμερίζεται / να συμμεριστεί | να έχουμε συμμεριστεί / να συμμεριζόμαστε / να συμμεριστούμε | να συμμερίζεστε / να συμμεριστείτε | να συμμερίζονται / να συμμεριστούν / να συμμεριστούνε |
| Προστακτική | — | συμμερίσου | — | — | συμμερίζεστε / συμμεριστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →