συμμετοχικότητα
•
- λόγιοη ιδιότητα του συμμετοχικού, η επιθυμία ή τάση για συμμετοχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμμετοχικότητα < συμμετοχικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμμετοχικότητα | συμμετοχικότητες |
| Γενική | συμμετοχικότητας | συμμετοχικοτήτων |
| Αιτιατική | συμμετοχικότητα | συμμετοχικότητες |
| Κλητική | συμμετοχικότητα | συμμετοχικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →