Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμμετρία

/si.meˈtɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γεωμετρίαη πλήρης αντιστοιχία όλων των σημείων ενός σχήματος ή στερεού σε σχέση με κάποιον νοητό άξονα, σημείο ή επίπεδο αναφοράς Βικιλεξικό
  2. η αρμονία που συνεπάγεται απ’ αυτή τη σχέση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμμετρία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμμετρία < σύμμετρ(ος) + -ία < σύν (συμ-) + μέτρον & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική symétrie

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμμετρίασυμμετρίες
Γενικήσυμμετρίαςσυμμετριών
Αιτιατικήσυμμετρίασυμμετρίες
Κλητικήσυμμετρίασυμμετρίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →