Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμμιγής

/si.miˈʝis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για αριθμούςπου αποτελείται από δύο ή περισσότερα τμήματα σε διαφορετικές μονάδες μετρήσεως, οι οποίες αναφέρονται στο ίδιο φυσικό μέγεθος Βικιλεξικό
    • «3 χρόνια, 3 μήνες και 20 ημέρες» είναι συμμιγής αριθμός
    • το 3΄ 20΄΄ (τρία λεπτά και είκοσι δευτερόλεπτα) είναι συμμιγής αριθμός

Ετυμολογία

συμμιγής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμμιγής < συμμ(ε)ίγνυμι < συμ- + μείγνυμι & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική complexe :* για τον συμμιγή αριθμό < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική nombre complexe

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμμιγήςσυμμιγήςσυμμιγές
Γενικήσυμμιγούςσυμμιγούςσυμμιγούς
Αιτιατικήσυμμιγήσυμμιγήσυμμιγές
Κλητικήσυμμιγή / συμμιγήςσυμμιγήςσυμμιγές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμμιγείςσυμμιγείςσυμμιγή
Γενικήσυμμιγώνσυμμιγώνσυμμιγών
Αιτιατικήσυμμιγείςσυμμιγείςσυμμιγή
Κλητικήσυμμιγείςσυμμιγείςσυμμιγή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →