συμμορίτης
•
- γενικότεραμέλος συμμορίας Βικιλεξικό
- ειδικότερακομμουνιστής μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού (ΔΣΕ) κατά τη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949) Βικιλεξικό
- Λίγο πιο κάτω στο φαράγγι ο Χρύσανθος μας έδειξε μερικά σκορπισμένα κόκκαλα. «Εδώ είναι», είπε, «τ' απομεινάρια ενός συμμορίτη»
Ετυμολογία
συμμορίτης < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμμορίτης | συμμορίτες |
| Γενική | συμμορίτη | συμμοριτών |
| Αιτιατική | συμμορίτη | συμμορίτες |
| Κλητική | συμμορίτη | συμμορίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →