συμπίεση
•
- η ενέργεια του συμπιέζω Βικιλεξικό
- φυσική: η ενέργεια που προκαλεί τη μείωση του όγκου ενός σώματος είτε μηχανικά, είτε ηλεκτρομαγνητικά Βικιλεξικό
- μηχανολογία: η οποιαδήποτε αύξηση πίεσης, όπου στη μηχανή εσωτερικής καύσης αποτελεί το δεύτερο στάδιο - χρόνο, μετά την αναρρόφηση και πριν την καύση του καυσίμου. Βικιλεξικό
- οικονομία: ο περιορισμός, η ελάττωση οικονομικού μεγέθους, π.χ. εξόδων, ελλειμμάτων κ.λπ. Βικιλεξικό
- πληροφορικήπεριορισμός του όγκου ενός αρχείου δεδομένων Βικιλεξικό
- Η συμπίεση δεδομένων είναι η διαδικασία μείωσης του όγκου αρχείων διαφόρων ειδών, μέχρι και 99% από το αρχικό τους μέγεθος. Στόχος της συμπίεσης είναι η ταχύτερη μεταφορά μέσω δικτύων και η εξοικονόμηση αποθηκευτικού χώρου.
Ετυμολογία
συμπίεση < αρχαία ελληνική συμπίεσις < συμπιέζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπίεση | συμπιέσεις |
| Γενική | συμπίεσης | συμπιέσεων |
| Αιτιατική | συμπίεση | συμπιέσεις |
| Κλητική | συμπίεση | συμπιέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →