συμπίλημα
•
- βιβλίο ή κείμενο φτιαγμένο από ένα σύνολο αποσπασμάτων διαφόρων πηγών, χωρίς πρωτοτυπία Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοτιδήποτε γίνεται με απλή παράθεση διαφόρων πηγών Βικιλεξικό
- Η απόφαση των υπουργών της Ευρώπης αποτελεί συμπίλημα των προτάσεων της Επιτροπής και της προεδρίας.
Ετυμολογία
συμπίλημα < μεσαιωνική ελληνική συμπίλημα < ελληνιστική κοινή συμπίλησις < αρχαία ελληνική συμπιλέω < σύν + πῑλέω < πῖλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπίλημα | συμπιλήματα |
| Γενική | συμπιλήματος | συμπιλημάτων |
| Αιτιατική | συμπίλημα | συμπιλήματα |
| Κλητική | συμπίλημα | συμπιλήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →