Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπίλημα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βιβλίο ή κείμενο φτιαγμένο από ένα σύνολο αποσπασμάτων διαφόρων πηγών, χωρίς πρωτοτυπία Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηοτιδήποτε γίνεται με απλή παράθεση διαφόρων πηγών Βικιλεξικό
    • Η απόφαση των υπουργών της Ευρώπης αποτελεί συμπίλημα των προτάσεων της Επιτροπής και της προεδρίας.

Ετυμολογία

συμπίλημα < μεσαιωνική ελληνική συμπίλημα < ελληνιστική κοινή συμπίλησις < αρχαία ελληνική συμπιλέω < σύν + πῑλέω < πῖλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμπίλημασυμπιλήματα
Γενικήσυμπιλήματοςσυμπιλημάτων
Αιτιατικήσυμπίλημασυμπιλήματα
Κλητικήσυμπίλημασυμπιλήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →