Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπαγής

/sim.baˈʝis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τα επιμέρους στοιχεία του είναι στενά ενωμένα μεταξύ τους, σε πυκνή διάταξη και χαμηλή έως ανύπαρκτη διαπερατότητα Βικιλεξικό
    • Ορισμένοι λίθοι με κοιλότητες που βρέθηκαν στη Δυτική Οικία ερμηνεύονται ως εργαλεία για τη στήριξη του άξονα του τοξοτρύπανου. Οι ολιγάριθμοι όμως οπείς από οψιανό της Δυτικής Οικίας δεν αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά συμπαγή λίθινα τέρετρα που εξόπλιζαν τα τρυπάνια ταχείας περιστροφής (τοξοτρύπανα ή τρυπάνια με ιμάντα), με τα οποία προτείνεται ότι σχετίζονται αυτοί οι λίθοι. (Αντίκλεια Μουνδρέα-Αγραφιώτη, Ακρωτήρι Θήρας: δυτική οικία : τράπεζες, λίθινα, μετάλλινα, ποικίλα, 2007, σελ. 172)
  2. μεταφορικάπου έχει στενή σύνδεση των επιμέρους τμημάτων του, με ομοιογένεια και δύσκολη διάσπαση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμπαγής < αρχαία ελληνική συμπαγής < σύν + πήγνυμι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπαγήςσυμπαγήςσυμπαγές
Γενικήσυμπαγούςσυμπαγούςσυμπαγούς
Αιτιατικήσυμπαγήσυμπαγήσυμπαγές
Κλητικήσυμπαγή / συμπαγήςσυμπαγήςσυμπαγές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπαγείςσυμπαγείςσυμπαγή
Γενικήσυμπαγώνσυμπαγώνσυμπαγών
Αιτιατικήσυμπαγείςσυμπαγείςσυμπαγή
Κλητικήσυμπαγείςσυμπαγείςσυμπαγή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →