συμπαρασύρω
•
- κυριολεκτικά και μεταφορικάπαρασύρω μαζί με κάτι άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπαρασύρω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμπαρασύρω (συμ- + παρασύρω)
Άλλοι τύποι
συμπαρέσυρασυμπαρασύρθηκασυμπαρασύρομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →