Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπαρουσιάστρια

/sim.ba.ɾu.siˈa.stɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του συμπαρουσιαστής Βικιλεξικό
    • Καλοκαίρια και χειμώνες, σε πρωινές ενημερωτικές εκπομπές κυρίως, ευδοκιμεί ακόμη η ανάγκη της σιωπηλής συμπαρουσιάστριας. Είναι να απορείς γιατί, αν και την απάντηση την ξέρεις. Όλοι, και εν προκειμένω όλες, από κάπου ξεκινάνε.

Ετυμολογία

συμπαρουσιάστρια < συμπαρουσιαστ(ης) + κατάληξη θηλυκού -τρια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμπαρουσιάστριασυμπαρουσιάστριες
Γενικήσυμπαρουσιάστριαςσυμπαρουσιαστριών
Αιτιατικήσυμπαρουσιάστριασυμπαρουσιάστριες
Κλητικήσυμπαρουσιάστριασυμπαρουσιάστριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →