συμπαρουσιάστρια
•
- θηλυκό του συμπαρουσιαστής Βικιλεξικό
- Καλοκαίρια και χειμώνες, σε πρωινές ενημερωτικές εκπομπές κυρίως, ευδοκιμεί ακόμη η ανάγκη της σιωπηλής συμπαρουσιάστριας. Είναι να απορείς γιατί, αν και την απάντηση την ξέρεις. Όλοι, και εν προκειμένω όλες, από κάπου ξεκινάνε.
Ετυμολογία
συμπαρουσιάστρια < συμπαρουσιαστ(ης) + κατάληξη θηλυκού -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπαρουσιάστρια | συμπαρουσιάστριες |
| Γενική | συμπαρουσιάστριας | συμπαρουσιαστριών |
| Αιτιατική | συμπαρουσιάστρια | συμπαρουσιάστριες |
| Κλητική | συμπαρουσιάστρια | συμπαρουσιάστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →