συμπαρουσιαστής
•
- αυτός που παρουσιάζει κάτι μαζί με άλλον ή άλλους Βικιλεξικό
- Από την πλευρά του ο συμπαρουσιαστής της έκθεσης του ΟΟΣΑ υπουργός Οικονομίας, παραδέχθηκε ότι η χώρα βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή, με πολλά προβλήματα άλυτα.
Ετυμολογία
συμπαρουσιαστής < συμπαρουσιάζω + -τής, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική copresenter
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπαρουσιαστής | συμπαρουσιαστές |
| Γενική | συμπαρουσιαστή | συμπαρουσιαστών |
| Αιτιατική | συμπαρουσιαστή | συμπαρουσιαστές |
| Κλητική | συμπαρουσιαστή | συμπαρουσιαστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →