συμπεθεριάζω
•
- γίνομαι συμπέθερος με κάποιον, που τα παιδιά μας παντρεύονται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπεθεριάζω < μεσαιωνική ελληνική συμπεθεριάζω / συμπενθεριάζω < σύν + αρχαία ελληνική πενθερός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμπεθεριάζω | συμπεθεριάζεις | συμπεθεριάζει | συμπεθεριάζουμε | συμπεθεριάζετε | συμπεθεριάζουν / συμπεθεριάζουνε |
| Παρατατικός | συμπεθέριαζα | συμπεθέριαζες | συμπεθέριαζε | συμπεθεριάζαμε | συμπεθεριάζατε | συμπεθέριαζαν / συμπεθεριάζαν / συμπεθεριάζανε |
| Αόριστος | συμπεθέριασα | συμπεθέριασες | συμπεθέριασε | συμπεθεριάσαμε | συμπεθεριάσατε | συμπεθέριασαν / συμπεθεριάσαν / συμπεθεριάσανε |
| Μέλλοντας | θα συμπεθεριάζω / θα συμπεθεριάσω | θα συμπεθεριάζεις / θα συμπεθεριάσεις | θα συμπεθεριάζει / θα συμπεθεριάσει | θα συμπεθεριάζουμε / θα συμπεθεριάσουμε | θα συμπεθεριάζετε / θα συμπεθεριάσετε | θα συμπεθεριάζουν / θα συμπεθεριάζουνε / θα συμπεθεριάσουν / θα συμπεθεριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συμπεθεριάσει | έχεις συμπεθεριάσει | έχει συμπεθεριάσει | έχουμε συμπεθεριάσει | έχετε συμπεθεριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμπεθεριάσει | είχες συμπεθεριάσει | είχε συμπεθεριάσει | είχαμε συμπεθεριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμπεθεριάσει / να συμπεθεριάζω / να συμπεθεριάσω | να έχεις συμπεθεριάσει / να συμπεθεριάζεις / να συμπεθεριάσεις | να έχει συμπεθεριάσει / να συμπεθεριάζει / να συμπεθεριάσει | να έχουμε συμπεθεριάσει / να συμπεθεριάζουμε / να συμπεθεριάσουμε | να έχετε συμπεθεριάσει / να συμπεθεριάζετε / να συμπεθεριάσετε | να συμπεθεριάζουν / να συμπεθεριάζουνε / να συμπεθεριάσουν / να συμπεθεριάσουνε |
| Προστακτική | — | συμπεθέριαζε / συμπεθέριασε | — | — | συμπεθεριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συμπεθεριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →