Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπερίληψη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του ρήματος συμπεριλαμβάνω Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραη ενεργή και συνειδητή διαδικασία ενσωμάτωσης όλων των ατόμων στο κοινωνικό σύνολο, με σεβασμό στις διαφορετικές ταυτότητες και ιδιαιτερότητές τους, εξαλείφοντας κάθε μορφή αποκλεισμού ή διάκρισης Βικιλεξικό
    • Ένα σχολείο με Ρομά, με μετανάστες, με ευάλωτους πληθυσμούς παραδίδει μαθήματα ένταξης, συμπερίληψης και δημοκρατίας… Και το σχολείο που για άλλους ήταν αιτία να ζητήσουν μετάταξη, για εκείνον είναι ένα κήπος συνύπαρξης παιδιών και διαρκούς μαθήματος ανεκτικότητας, συμπερίληψης και διαπολιτισμού. (www.tanea.gr, 04.03.2024)

Ετυμολογία

συμπερίληψη < συμπεριλαμβάνω + -ψη < ελληνιστική κοινή συμπεριλαμβάνω < σύν + περί + αρχαία ελληνική λαμβάνω :: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική inclusion

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμπερίληψησυμπεριλήψεις
Γενικήσυμπερίληψηςσυμπεριλήψεων
Αιτιατικήσυμπερίληψησυμπεριλήψεις
Κλητικήσυμπερίληψησυμπεριλήψεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →