συμπεραίνω
•
- βγάζω ένα συμπέρασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπεραίνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμπεραίνω | συμπεραίνεις | συμπεραίνει | συμπεραίνουμε | συμπεραίνετε | συμπεραίνουν / συμπεραίνουνε |
| Παρατατικός | συμπέραινα | συμπέραινες | συμπέραινε | συμπεραίναμε | συμπεραίνατε | συμπέραιναν / συμπεραίναν / συμπεραίνανε |
| Αόριστος | συμπέρανα | συμπέρανες | συμπέρανε | συμπεράναμε | συμπεράνατε | συμπέραναν / συμπεράναν / συμπεράνανε |
| Μέλλοντας | θα συμπεράνω / θα συμπεραίνω | θα συμπεράνεις / θα συμπεραίνεις | θα συμπεράνει / θα συμπεραίνει | θα συμπεράνουμε / θα συμπεραίνουμε | θα συμπεράνετε / θα συμπεραίνετε | θα συμπεράνουν / θα συμπεράνουνε / θα συμπεραίνουν / θα συμπεραίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω συμπεράνει | έχεις συμπεράνει | έχει συμπεράνει | έχουμε συμπεράνει | έχετε συμπεράνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμπεράνει | είχες συμπεράνει | είχε συμπεράνει | είχαμε συμπεράνει | είχατε συμπεράνει | — |
| Υποτακτική | να έχω συμπεράνει / να συμπεράνω / να συμπεραίνω | να έχεις συμπεράνει / να συμπεράνεις / να συμπεραίνεις | να έχει συμπεράνει / να συμπεράνει / να συμπεραίνει | να έχουμε συμπεράνει / να συμπεράνουμε / να συμπεραίνουμε | να έχετε συμπεράνει / να συμπεράνετε / να συμπεραίνετε | να συμπεράνουν / να συμπεράνουνε / να συμπεραίνουν / να συμπεραίνουνε |
| Προστακτική | — | συμπέραινε / συμπέρανε | — | — | συμπεράνετε / συμπεραίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →