συμπεριληπτικότητα
•
- λόγιοη ιδιότητα του συμπεριληπτικού· η έλλειψη αποκλεισμών, διακρίσεων, η συμμετοχή και συνεργασία όλων ανεξαιρέτως Βικιλεξικό
- Εφόσον προφανώς όλοι οι κρίσιμοι παράγοντες θυμούνται διαρκώς ότι η κοινωνία έχει σωρευτική κόπωση, φοβάται τις αλλαγές που συντελούνται στη διαστρωμάτωσή της και προβάλλει διαρκώς το αίτημα για συμπεριληπτικότητα, για έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση των νέων ανισοτήτων, πολλές από τις οποίες είναι κραυγαλέες.
Ετυμολογία
συμπεριληπτικότητα < συμπεριληπτικ(ός) + -ότητα (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική inclusiveness)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπεριληπτικότητα | συμπεριληπτικότητες |
| Γενική | συμπεριληπτικότητας | συμπεριληπτικοτήτων |
| Αιτιατική | συμπεριληπτικότητα | συμπεριληπτικότητες |
| Κλητική | συμπεριληπτικότητα | συμπεριληπτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →