συμπεριφορικός
•
- που έχει σχέση με την συμπεριφορά ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπεριφορικός < συμπεριφορά + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπεριφορικός | συμπεριφορική | συμπεριφορικό |
| Γενική | συμπεριφορικού | συμπεριφορικής | συμπεριφορικού |
| Αιτιατική | συμπεριφορικό | συμπεριφορική | συμπεριφορικό |
| Κλητική | συμπεριφορικέ | συμπεριφορική | συμπεριφορικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπεριφορικοί | συμπεριφορικές | συμπεριφορικά |
| Γενική | συμπεριφορικών | συμπεριφορικών | συμπεριφορικών |
| Αιτιατική | συμπεριφορικούς | συμπεριφορικές | συμπεριφορικά |
| Κλητική | συμπεριφορικοί | συμπεριφορικές | συμπεριφορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →