Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπεριφορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την συμπεριφορά ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμπεριφορικός < συμπεριφορά + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπεριφορικόςσυμπεριφορικήσυμπεριφορικό
Γενικήσυμπεριφορικούσυμπεριφορικήςσυμπεριφορικού
Αιτιατικήσυμπεριφορικόσυμπεριφορικήσυμπεριφορικό
Κλητικήσυμπεριφορικέσυμπεριφορικήσυμπεριφορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπεριφορικοίσυμπεριφορικέςσυμπεριφορικά
Γενικήσυμπεριφορικώνσυμπεριφορικώνσυμπεριφορικών
Αιτιατικήσυμπεριφορικούςσυμπεριφορικέςσυμπεριφορικά
Κλητικήσυμπεριφορικοίσυμπεριφορικέςσυμπεριφορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →