συμπεριφοριστικός
•
- ψυχολογίαπου έχει σχέση με τον συμπεριφορισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπεριφοριστικός < συμπεριφορισμός + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική behavioristic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπεριφοριστικός | συμπεριφοριστική | συμπεριφοριστικό |
| Γενική | συμπεριφοριστικού | συμπεριφοριστικής | συμπεριφοριστικού |
| Αιτιατική | συμπεριφοριστικό | συμπεριφοριστική | συμπεριφοριστικό |
| Κλητική | συμπεριφοριστικέ | συμπεριφοριστική | συμπεριφοριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπεριφοριστικοί | συμπεριφοριστικές | συμπεριφοριστικά |
| Γενική | συμπεριφοριστικών | συμπεριφοριστικών | συμπεριφοριστικών |
| Αιτιατική | συμπεριφοριστικούς | συμπεριφοριστικές | συμπεριφοριστικά |
| Κλητική | συμπεριφοριστικοί | συμπεριφοριστικές | συμπεριφοριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →