συμπηγνύω
•
- λόγιοσταθεροποιώ, καθιστώ κάτι συμπαγές Βικιλεξικό
- δημιουργώ, ιδρύω, συγκροτώ Βικιλεξικό
- Τι πρέπει να κάνουν τα κόμματα που συγκροτούν το «συνταγματικό τόξο»; Να συμπήξουν ένα τρόπον τινά «αντιφασιστικό μέτωπο» κατά των ναζί. (Εφημερίδα Ριζοσπάστης, 17/5/2013)
Ετυμολογία
συμπηγνύω < αρχαία ελληνική συμπηγνύω/ συμπήγνυμι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →