συμπιεστικός
•
- που έχει σχέση με τη συμπίεση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ειδικότεραπου έχει σχέση με τη συμπίεση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπιεστικός < συμπιέζω + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική compressif)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπιεστικός | συμπιεστική | συμπιεστικό |
| Γενική | συμπιεστικού | συμπιεστικής | συμπιεστικού |
| Αιτιατική | συμπιεστικό | συμπιεστική | συμπιεστικό |
| Κλητική | συμπιεστικέ | συμπιεστική | συμπιεστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπιεστικοί | συμπιεστικές | συμπιεστικά |
| Γενική | συμπιεστικών | συμπιεστικών | συμπιεστικών |
| Αιτιατική | συμπιεστικούς | συμπιεστικές | συμπιεστικά |
| Κλητική | συμπιεστικοί | συμπιεστικές | συμπιεστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →