Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπιεστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη συμπίεση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπου έχει σχέση με τη συμπίεση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμπιεστικός < συμπιέζω + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική compressif)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπιεστικόςσυμπιεστικήσυμπιεστικό
Γενικήσυμπιεστικούσυμπιεστικήςσυμπιεστικού
Αιτιατικήσυμπιεστικόσυμπιεστικήσυμπιεστικό
Κλητικήσυμπιεστικέσυμπιεστικήσυμπιεστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπιεστικοίσυμπιεστικέςσυμπιεστικά
Γενικήσυμπιεστικώνσυμπιεστικώνσυμπιεστικών
Αιτιατικήσυμπιεστικούςσυμπιεστικέςσυμπιεστικά
Κλητικήσυμπιεστικοίσυμπιεστικέςσυμπιεστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →