συμπλήρωση
•
- η ενέργεια με την οποία συμπληρώνω κάτι, προσθέτω κάτι παραπάνω Βικιλεξικό
- θα ήθελα να κάνω μια συμπλήρωση
- η ενέργεια με την οποία συμπληρώνω κενά σε ένα έγγραφο (αίτηση, φόρμα κλπ) Βικιλεξικό
- η ολοκλήρωση Βικιλεξικό
- με τη συμπλήρωση 10 χρόνων από το γεγονός αυτό ...
Ετυμολογία
συμπλήρωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμπλήρωσις < συν + πλήρωσις < πληρόω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπλήρωση | συμπληρώσεις |
| Γενική | συμπλήρωσης | συμπληρώσεων |
| Αιτιατική | συμπλήρωση | συμπληρώσεις |
| Κλητική | συμπλήρωση | συμπληρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →