συμπληγάδες
•
- ελληνική μυθολογίαμυθολογικοί βράχοι στις ακτές του Βοσπόρου που κατέστρεφαν πλοία καθώς αυτά περνούσαν ανάμεσά τους Βικιλεξικό
- μεταφορικάεμπόδια που καθιστούν αδύνατη την επίτευξη ενός σκοπού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπληγάδες < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φράση πέτραι Συμπληγάδες < πέτρα & συμπληγάς (που χτυπάει μαζί) < → δείτε τη λέξη συμπλήσσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπληγάδες | συμπληγάδες |
| Γενική | — | συμπληγάδων |
| Αιτιατική | — | συμπληγάδες |
| Κλητική | — | συμπληγάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →