συμπολιτευόμενος
•
- που συμπολιτεύευται, που ανήκει στην ίδια πολιτική παράταξη Βικιλεξικό
- Ἄλλως τε τόσα ἕλη λιμνάζουσιν εὐτυχῶς ἐπὶ τῶν λάκκων τῶν ἀθηναϊκῶν ὁδῶν, ἀκίνητα, ὡς δημάρχου ἐγκέφαλος ἢ ὡς γλῶσσα βουλευτοῦ συμπολιτευομένου, ὥστε ἐπὶ τῆς ὑελώδους ἐπιφανείας των ἀντικατοπτρίζεται θαυμασίως ὁ οὐρανὸς μετὰ τῶν ἀστέρων καὶ τῶν πλανητῶν του. (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)
Ετυμολογία
συμπολιτευόμενος < μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος συμπολιτεύομαι
Άλλοι τύποι
συμπολιτευόμενασυμπολιτευόμενεσυμπολιτευόμενεςσυμπολιτευόμενησυμπολιτευόμενηςσυμπολιτευόμενοσυμπολιτευόμενοισυμπολιτευόμενοςσυμπολιτευόμενουσυμπολιτευόμενουςσυμπολιτευόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →