συμποσιάζω
•
- λόγιοείμαι συμποσιαστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμποσιάζω < ελληνιστική κοινή συμποσιάζω < αρχαία ελληνική συμπόσιον
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμποσιάζω | συμποσιάζεις | συμποσιάζει | συμποσιάζουμε | συμποσιάζετε | συμποσιάζουν / συμποσιάζουνε |
| Παρατατικός | συμποσίαζα | συμποσίαζες | συμποσίαζε | συμποσιάζαμε | συμποσιάζατε | συμποσίαζαν / συμποσιάζαν / συμποσιάζανε |
| Αόριστος | συμποσίασα | συμποσίασες | συμποσίασε | συμποσιάσαμε | συμποσιάσατε | συμποσίασαν / συμποσιάσαν / συμποσιάσανε |
| Μέλλοντας | θα συμποσιάζω / θα συμποσιάσω | θα συμποσιάζεις / θα συμποσιάσεις | θα συμποσιάζει / θα συμποσιάσει | θα συμποσιάζουμε / θα συμποσιάσουμε | θα συμποσιάζετε / θα συμποσιάσετε | θα συμποσιάζουν / θα συμποσιάζουνε / θα συμποσιάσουν / θα συμποσιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συμποσιάσει | έχεις συμποσιάσει | έχει συμποσιάσει | έχουμε συμποσιάσει | έχετε συμποσιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμποσιάσει | είχες συμποσιάσει | είχε συμποσιάσει | είχαμε συμποσιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμποσιάσει / να συμποσιάζω / να συμποσιάσω | να έχεις συμποσιάσει / να συμποσιάζεις / να συμποσιάσεις | να έχει συμποσιάσει / να συμποσιάζει / να συμποσιάσει | να έχουμε συμποσιάσει / να συμποσιάζουμε / να συμποσιάσουμε | να έχετε συμποσιάσει / να συμποσιάζετε / να συμποσιάσετε | να συμποσιάζουν / να συμποσιάζουνε / να συμποσιάσουν / να συμποσιάσουνε |
| Προστακτική | — | συμποσίαζε / συμποσίασε | — | — | συμποσιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συμποσιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →