συμπρωταγωνιστώ
•
- κυριολεκτικάείμαι συμπρωταγωνιστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπρωταγωνιστώ < συμ- + πρωταγωνιστώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμπρωταγωνιστώ | συμπρωταγωνιστείς | συμπρωταγωνιστεί | συμπρωταγωνιστούμε | συμπρωταγωνιστείτε | συμπρωταγωνιστούν / συμπρωταγωνιστούνε |
| Παρατατικός | συμπρωταγωνιστούσα | συμπρωταγωνιστούσες | συμπρωταγωνιστούσε | συμπρωταγωνιστούσαμε | συμπρωταγωνιστούσατε | συμπρωταγωνιστούσαν / συμπρωταγωνιστούσανε |
| Αόριστος | συμπρωταγωνίστησα | συμπρωταγωνίστησες | συμπρωταγωνίστησε | συμπρωταγωνιστήσαμε | συμπρωταγωνιστήσατε | συμπρωταγωνίστησαν / συμπρωταγωνιστήσαν / συμπρωταγωνιστήσανε |
| Μέλλοντας | θα συμπρωταγωνιστήσω / θα συμπρωταγωνιστώ | θα συμπρωταγωνιστήσεις / θα συμπρωταγωνιστείς | θα συμπρωταγωνιστήσει / θα συμπρωταγωνιστεί | θα συμπρωταγωνιστήσουμε / θα συμπρωταγωνιστούμε | θα συμπρωταγωνιστήσετε / θα συμπρωταγωνιστείτε | θα συμπρωταγωνιστήσουν / θα συμπρωταγωνιστήσουνε / θα συμπρωταγωνιστούν / θα συμπρωταγωνιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω συμπρωταγωνιστήσει | έχεις συμπρωταγωνιστήσει | έχει συμπρωταγωνιστήσει | έχουμε συμπρωταγωνιστήσει | έχετε συμπρωταγωνιστήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμπρωταγωνιστήσει | είχες συμπρωταγωνιστήσει | είχε συμπρωταγωνιστήσει | είχαμε συμπρωταγωνιστήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμπρωταγωνιστήσει / να συμπρωταγωνιστήσω / να συμπρωταγωνιστώ | να έχεις συμπρωταγωνιστήσει / να συμπρωταγωνιστήσεις / να συμπρωταγωνιστείς | να έχει συμπρωταγωνιστήσει / να συμπρωταγωνιστήσει / να συμπρωταγωνιστεί | να έχουμε συμπρωταγωνιστήσει / να συμπρωταγωνιστήσουμε / να συμπρωταγωνιστούμε | να έχετε συμπρωταγωνιστήσει / να συμπρωταγωνιστήσετε / να συμπρωταγωνιστείτε | να συμπρωταγωνιστήσουν / να συμπρωταγωνιστήσουνε / να συμπρωταγωνιστούν / να συμπρωταγωνιστούνε |
| Προστακτική | — | συμπρωταγωνίστει / συμπρωταγωνίστησε | — | — | συμπρωταγωνιστήστε / συμπρωταγωνιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →