συμπτωματολογικός
•
- σχετικός με την συμπτωματολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπτωματολογικός < συμπτωματολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπτωματολογικός | συμπτωματολογική | συμπτωματολογικό |
| Γενική | συμπτωματολογικού | συμπτωματολογικής | συμπτωματολογικού |
| Αιτιατική | συμπτωματολογικό | συμπτωματολογική | συμπτωματολογικό |
| Κλητική | συμπτωματολογικέ | συμπτωματολογική | συμπτωματολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπτωματολογικοί | συμπτωματολογικές | συμπτωματολογικά |
| Γενική | συμπτωματολογικών | συμπτωματολογικών | συμπτωματολογικών |
| Αιτιατική | συμπτωματολογικούς | συμπτωματολογικές | συμπτωματολογικά |
| Κλητική | συμπτωματολογικοί | συμπτωματολογικές | συμπτωματολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →