Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπτωματολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την συμπτωματολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμπτωματολογικός < συμπτωματολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπτωματολογικόςσυμπτωματολογικήσυμπτωματολογικό
Γενικήσυμπτωματολογικούσυμπτωματολογικήςσυμπτωματολογικού
Αιτιατικήσυμπτωματολογικόσυμπτωματολογικήσυμπτωματολογικό
Κλητικήσυμπτωματολογικέσυμπτωματολογικήσυμπτωματολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπτωματολογικοίσυμπτωματολογικέςσυμπτωματολογικά
Γενικήσυμπτωματολογικώνσυμπτωματολογικώνσυμπτωματολογικών
Αιτιατικήσυμπτωματολογικούςσυμπτωματολογικέςσυμπτωματολογικά
Κλητικήσυμπτωματολογικοίσυμπτωματολογικέςσυμπτωματολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →