συμπτύσσω
•
- μειώνω τον κενό χώρο ανάμεσα σε πρόσωπα ή πράγματα, ώστε να πετύχω εξοικονόμηση χώρου Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςαντίστοιχη με την παραπάνω διαδικασία, συνήθως όταν ελίσσεται ή υποχωρεί ο στρατός Βικιλεξικό
- συντομεύω, περιορίζω χρονικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπτύσσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμπτύσσω (διπλώνω) < (σύν) συμ- + πτύσσω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική replier)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμπτύσσω | συμπτύσσεις | συμπτύσσει | συμπτύσσουμε | συμπτύσσετε | συμπτύσσουν / συμπτύσσουνε |
| Παρατατικός | συνέπτυσσα / σύμπτυσσα | συνέπτυσσες / σύμπτυσσες | συνέπτυσσε / σύμπτυσσε | συμπτύσσαμε | συμπτύσσατε | συμπτύσσαν / συμπτύσσανε / συνέπτυσσαν / σύμπτυσσαν |
| Αόριστος | συνέπτυξα / σύμπτυξα | συνέπτυξες / σύμπτυξες | συνέπτυξε / σύμπτυξε | συμπτύξαμε | συμπτύξατε | συμπτύξαν / συμπτύξανε / συνέπτυξαν / σύμπτυξαν |
| Μέλλοντας | θα συμπτύξω / θα συμπτύσσω | θα συμπτύξεις / θα συμπτύσσεις | θα συμπτύξει / θα συμπτύσσει | θα συμπτύξουμε / θα συμπτύσσουμε | θα συμπτύξετε / θα συμπτύσσετε | θα συμπτύξουν / θα συμπτύξουνε / θα συμπτύσσουν / θα συμπτύσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συμπτύξει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμπτύξει / να συμπτύξω / να συμπτύσσω | να συμπτύξεις / να συμπτύσσεις | να συμπτύξει / να συμπτύσσει | να συμπτύξουμε / να συμπτύσσουμε | να συμπτύξετε / να συμπτύσσετε | να συμπτύξουν / να συμπτύξουνε / να συμπτύσσουν / να συμπτύσσουνε |
| Προστακτική | — | σύμπτυξε / σύμπτυσσε | — | — | συμπτύξτε / συμπτύσσετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →