συμπυκνώνω
•
- μειώνω τη ποσότητα υγρού ενός πράγματος ώστε να γίνει πιο πυκνό Βικιλεξικό
- μετατρέπω αέριο σε υγρό ή στερεό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπυκνώνω < αρχαία ελληνική συμπυκνόω < σύν + πυκνόω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμπυκνώνω | συμπυκνώνεις | συμπυκνώνει | συμπυκνώνουμε | συμπυκνώνετε | συμπυκνώνουν / συμπυκνώνουνε |
| Παρατατικός | συμπύκνωνα | συμπύκνωνες | συμπύκνωνε | συμπυκνώναμε | συμπυκνώνατε | συμπυκνώναν / συμπυκνώνανε / συμπύκνωναν |
| Αόριστος | συμπύκνωσα | συμπύκνωσες | συμπύκνωσε | συμπυκνώσαμε | συμπυκνώσατε | συμπυκνώσαν / συμπυκνώσανε / συμπύκνωσαν |
| Μέλλοντας | θα συμπυκνώνω / θα συμπυκνώσω | θα συμπυκνώνεις / θα συμπυκνώσεις | θα συμπυκνώνει / θα συμπυκνώσει | θα συμπυκνώνουμε / θα συμπυκνώσουμε | θα συμπυκνώνετε / θα συμπυκνώσετε | θα συμπυκνώνουν / θα συμπυκνώνουνε / θα συμπυκνώσουν / θα συμπυκνώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συμπυκνώσει | έχεις συμπυκνώσει | έχει συμπυκνώσει | έχουμε συμπυκνώσει | έχετε συμπυκνώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμπυκνώσει | είχες συμπυκνώσει | είχε συμπυκνώσει | είχαμε συμπυκνώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμπυκνώσει / να συμπυκνώνω / να συμπυκνώσω | να έχεις συμπυκνώσει / να συμπυκνώνεις / να συμπυκνώσεις | να έχει συμπυκνώσει / να συμπυκνώνει / να συμπυκνώσει | να έχουμε συμπυκνώσει / να συμπυκνώνουμε / να συμπυκνώσουμε | να έχετε συμπυκνώσει / να συμπυκνώνετε / να συμπυκνώσετε | να συμπυκνώνουν / να συμπυκνώνουνε / να συμπυκνώσουν / να συμπυκνώσουνε |
| Προστακτική | — | συμπύκνωνε / συμπύκνωσε | — | — | συμπυκνώνετε / συμπυκνώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →