συμφασικός
•
- για ηλεκτρικό ρεύμαπου έχει την ίδια φάση με κάποιο άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμφασικός < συμ- + φάση + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμφασικός | συμφασική | συμφασικό |
| Γενική | συμφασικού | συμφασικής | συμφασικού |
| Αιτιατική | συμφασικό | συμφασική | συμφασικό |
| Κλητική | συμφασικέ | συμφασική | συμφασικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμφασικοί | συμφασικές | συμφασικά |
| Γενική | συμφασικών | συμφασικών | συμφασικών |
| Αιτιατική | συμφασικούς | συμφασικές | συμφασικά |
| Κλητική | συμφασικοί | συμφασικές | συμφασικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →