συμφεροντολόγος
•
- που αποβλέπει αποκλειστικά στο προσωπικό του όφελος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμφεροντολόγος < συμφέρον, συμφεροντ- + -ο- + -λόγος :* και (ουσιαστικοποιημένο)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμφεροντολόγος | συμφεροντολόγα / συμφεροντολόγος | συμφεροντολόγο |
| Γενική | συμφεροντολόγου | συμφεροντολόγας / συμφεροντολόγου | συμφεροντολόγου |
| Αιτιατική | συμφεροντολόγο | συμφεροντολόγα / συμφεροντολόγο | συμφεροντολόγο |
| Κλητική | συμφεροντολόγε | συμφεροντολόγα / συμφεροντολόγε | συμφεροντολόγο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμφεροντολόγοι | συμφεροντολόγες / συμφεροντολόγοι | συμφεροντολόγα |
| Γενική | συμφεροντολόγων | συμφεροντολόγων | συμφεροντολόγων |
| Αιτιατική | συμφεροντολόγους | συμφεροντολόγες / συμφεροντολόγους | συμφεροντολόγα |
| Κλητική | συμφεροντολόγοι | συμφεροντολόγες / συμφεροντολόγοι | συμφεροντολόγα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →