συμφιλίωση
•
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμφιλιώνω, η αποκατάσταση καλών σχέσεων μεταξύ κάποιων. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμφιλίωση < μεσαιωνική ελληνική συμφιλίωσις < ελληνιστική κοινή φιλιόω < αρχαία ελληνική φίλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμφιλίωση | συμφιλιώσεις |
| Γενική | συμφιλίωσης | συμφιλιώσεων |
| Αιτιατική | συμφιλίωση | συμφιλιώσεις |
| Κλητική | συμφιλίωση | συμφιλιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →