Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμφιλιωτικός

/siɱ.fi.li.o.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συμβάλλει στη συμφιλίωση Βικιλεξικό
    • στις διαπραγματεύσεις επικράτησε συμφιλιωτικό κλίμα, μετά από μια περίοδο εντάσεων

Ετυμολογία

συμφιλιωτικός < συμφιλιωτ(ής) + -ικός. Δείτε επίσης: συμφιλιώνω, το πρόθημα συμ-, και φιλία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμφιλιωτικόςσυμφιλιωτικήσυμφιλιωτικό
Γενικήσυμφιλιωτικούσυμφιλιωτικήςσυμφιλιωτικού
Αιτιατικήσυμφιλιωτικόσυμφιλιωτικήσυμφιλιωτικό
Κλητικήσυμφιλιωτικέσυμφιλιωτικήσυμφιλιωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμφιλιωτικοίσυμφιλιωτικέςσυμφιλιωτικά
Γενικήσυμφιλιωτικώνσυμφιλιωτικώνσυμφιλιωτικών
Αιτιατικήσυμφιλιωτικούςσυμφιλιωτικέςσυμφιλιωτικά
Κλητικήσυμφιλιωτικοίσυμφιλιωτικέςσυμφιλιωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →