συμφιλιωτικός
•
- που συμβάλλει στη συμφιλίωση Βικιλεξικό
- στις διαπραγματεύσεις επικράτησε συμφιλιωτικό κλίμα, μετά από μια περίοδο εντάσεων
Ετυμολογία
συμφιλιωτικός < συμφιλιωτ(ής) + -ικός. Δείτε επίσης: συμφιλιώνω, το πρόθημα συμ-, και φιλία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμφιλιωτικός | συμφιλιωτική | συμφιλιωτικό |
| Γενική | συμφιλιωτικού | συμφιλιωτικής | συμφιλιωτικού |
| Αιτιατική | συμφιλιωτικό | συμφιλιωτική | συμφιλιωτικό |
| Κλητική | συμφιλιωτικέ | συμφιλιωτική | συμφιλιωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμφιλιωτικοί | συμφιλιωτικές | συμφιλιωτικά |
| Γενική | συμφιλιωτικών | συμφιλιωτικών | συμφιλιωτικών |
| Αιτιατική | συμφιλιωτικούς | συμφιλιωτικές | συμφιλιωτικά |
| Κλητική | συμφιλιωτικοί | συμφιλιωτικές | συμφιλιωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →