συμφιλιώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος συμφιλιώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμφιλιώνομαι | συμφιλιώνεσαι | συμφιλιώνεται | συμφιλιωνόμαστε | συμφιλιώνεστε | συμφιλιώνονται |
| Παρατατικός | συμφιλιωνόμουν / συμφιλιωνόμουνα | συμφιλιωνόσουν / συμφιλιωνόσουνα | συμφιλιωνόταν / συμφιλιωνότανε | συμφιλιωνόμασταν / συμφιλιωνόμαστε | συμφιλιωνόσασταν / συμφιλιωνόσαστε | συμφιλιωνόντουσαν / συμφιλιώνονταν |
| Αόριστος | συμφιλιώθηκα | συμφιλιώθηκες | συμφιλιώθηκε | συμφιλιωθήκαμε | συμφιλιωθήκατε | συμφιλιωθήκαν / συμφιλιωθήκανε / συμφιλιώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα συμφιλιωθώ / θα συμφιλιώνομαι | θα συμφιλιωθείς / θα συμφιλιώνεσαι | θα συμφιλιωθεί / θα συμφιλιώνεται | θα συμφιλιωθούμε / θα συμφιλιωνόμαστε | θα συμφιλιωθείτε / θα συμφιλιώνεστε | θα συμφιλιωθούν / θα συμφιλιωθούνε / θα συμφιλιώνονται |
| Παρακείμενος | έχω συμφιλιωθεί | έχεις συμφιλιωθεί | έχει συμφιλιωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμφιλιωθεί | είχες συμφιλιωθεί | είχε συμφιλιωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμφιλιωθεί / να συμφιλιωθώ / να συμφιλιώνομαι | να έχεις συμφιλιωθεί / να συμφιλιωθείς / να συμφιλιώνεσαι | να έχει συμφιλιωθεί / να συμφιλιωθεί / να συμφιλιώνεται | να συμφιλιωθούμε / να συμφιλιωνόμαστε | να συμφιλιωθείτε / να συμφιλιώνεστε | να συμφιλιωθούν / να συμφιλιωθούνε / να συμφιλιώνονται |
| Προστακτική | — | συμφιλιώνου / συμφιλιώσου | — | — | συμφιλιωθείτε / συμφιλιώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →