Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμφορά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολύ κακό συμβάν, δυστύχημα, καταστροφή Βικιλεξικό
    • Και η Βουλγαρία ολόκληρη θρήνησε την εθνική της συμφορά. (⌘ Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα, 1909 [μυθιστόρημα])
    • όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη (Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη, 1978)
    • «Ω, κρίμα αλήθεια, οι άνθρωποι με τους θεούς να τα ‘χουν, γιατί θαρρούν πως από μας οι συμφορές τους βρίσκουν, ενώ παθαίνουν μόνοι τους απ’ ασυλλογισιά τους, χωρίς να φταίει η μοίρα τους» (α, 32-34). Ο θάνατος του Αίγισθου είναι το αποτέλεσμα της ασυλλογισιάς του, προσβάλλοντας ένα όριο, την ηθική του όντος. (Οδυσσέας Ελληνιάδης, Άξονες ενός καταστατικού χάρτη δημοκρατικής πόλης, Φεβρουάριος – Απρίλιος 2025 https://www.antibaro.gr/article/38135)

Ετυμολογία

συμφορά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμφορά < συμφέρω < συμ- + φέρω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυμφοράσυμφορές
Γενικήσυμφοράςσυμφορών
Αιτιατικήσυμφοράσυμφορές
Κλητικήσυμφοράσυμφορές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →